κουρτίνα


κουρτίνα
[куртина] ουσ. Θ. занавес, портьера

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κουρτίνα" в других словарях:

  • κουρτίνα — και κουρντίνα και κορτίνα, η (Μ κουρτίνα και κουρντίνα και κορτίνα) νεοελλ. ύφασμα που κρεμιέται μπροστά σε παράθυρο ή σε πόρτα, παραπέτασμα, στόρι μσν. ο μεταξύ δύο πύργων θώρακας τού τείχους. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κουρτίνα < κορτίνα < λατ.… …   Dictionary of Greek

  • κουρτίνα — η (λ. λατ.), παραπέτασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυλαία — Στο θέατρο, παραπέτασμα που χωρίζει την αίθουσα από τη σκηνή. Τοποθετημένη αμέσως μετά το πλαίσιο της σκηνής, είναι φτιαγμένη κατά κανόνα από βελούδο, με μια πλατιά κροσσωτή ταινία στο κάτω μέρος· κάποτε είναι διακοσμημένη στο επάνω μέρος με ένα… …   Dictionary of Greek

  • ριντώ — το, Ν άκλ. παραπέτασμα, κουρτίνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. rideau «κουρτίνα»] …   Dictionary of Greek

  • Δωδεκάνησα — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.663 τ. χλμ., 190.071 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα τη Ρόδο. Βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται Ν της Σάμου και της Ικαρίας έως το Λιβυκό πέλαγος και Α των… …   Dictionary of Greek

  • αχαμήλωτος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει γίνει πιο χαμηλός, που δεν έχει ελαττωθεί κατά το ύψος ή την ένταση («κουρτίνα αχαμήλωτη», «φωνή αχαμήλωτη») 2. εκείνος που δεν έχει υποστεί ταπείνωση …   Dictionary of Greek

  • κατοίκια — Κάθε φυσικό καταφύγιο ή τεχνητό κτίσμα, όπου διαμένει ο άνθρωπος μόνιμα ή προσωρινά. Οι τύποι κ. διαφέρουν ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τις ιστορικές περιόδους και εξαρτώνται από πολυάριθμους παράγοντες, σπουδαιότεροι από τους οποίους… …   Dictionary of Greek

  • κατοικία — Κάθε φυσικό καταφύγιο ή τεχνητό κτίσμα, όπου διαμένει ο άνθρωπος μόνιμα ή προσωρινά. Οι τύποι κ. διαφέρουν ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τις ιστορικές περιόδους και εξαρτώνται από πολυάριθμους παράγοντες, σπουδαιότεροι από τους οποίους… …   Dictionary of Greek

  • κορτίνα — η (Μ κορτίνα και κορτίνη) βλ. κουρτίνα …   Dictionary of Greek

  • μπερντές — και μπερτές, ο 1. παραπέτασμα πόρτας ή παραθύρου, κουρτίνα 2. αυλαία θεάτρου 3. λαϊκή ονομασία τού καταρράκτη τών ματιών 4. φρ. «καραγκιόζ μπερντές» λευκή οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονται οι σκιές τού θεάτρου τού καραγκιόζη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ …   Dictionary of Greek